ἔγχελυς

ἔγχελυς Matro Conv.39, acc. -ῠν Archestr.Fr.8 (the accent ἐγχέλυς, etc., is sts. found as v.l.), (, is f.l. in Luc.Anach.1), [dialect] Att. gen. εως, nom. pl. εις, cf. Ael.Dion.Fr.145; gen. pl. ἐγγέλεων acc. to Choerob. in Theod.1.331; but the [dialect] Ion. forms -υος, -υες or -υς, -ύων, -υσι are freq. found as v.l. in Arist.HA; dat. sg. -υϊ Hp.Mul.2.115; acc. pl.
A

ἐγχέλυας Archil.101

:—eel,

ἐγχέλυές τε καὶ ἰχθύες Il.21.203

, cf. Epich.73, Arist.HA538a3, al., etc.;

ἐ. Κωπαΐδας Ar.Ach.880

;

ἐ. Βοιώτιαι Antiph.236

: prov., ἐγχέλεις θηρᾶσθαι, i.e. to 'fish in troubled waters', Ar.Eq.864, cf. Nu.559, Arist.HA592a6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔγχελυς — eel fem nom sg ἔγχελυς eel fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγχελυς — Μυθολογικό θαλάσσιο τέρας της Κω. Κατά τη μυθολογία, το σκότωσε ο βασιλιάς της Κω Κρίσαμης, επειδή του άρπαξε από το μεγάλο κοπάδι του το ωραιότερο πρόβατο. Από τότε η Έ. εμφανιζόταν συχνά στα όνειρα του Κρίσαμη και του ζητούσε να τη θάψει.… …   Dictionary of Greek

  • ἐγχέλυς — ἐγχέλῡς , ἔγχελυς eel fem acc pl ἔγχελυς eel fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λεῖος ὥσπερ ἔγχελυς. — См. Угря в руках не удержишь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἐγχέλει — ἔγχελυς eel fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἔγχελυς eel fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχέλυες — ἔγχελυς eel fem nom/voc pl ἔγχελυς eel fem nom pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχελέεσσιν — ἔγχελυς eel fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχελέων — ἔγχελυς eel fem gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχελύεσσιν — ἔγχελυς eel fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχελύων — ἔγχελυς eel fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχέλεες — ἔγχελυς eel fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.